προχωρώ

προχωρώ
(ε) αμετ.
1) продвигаться, идти вперёд; пробираться; 2) перен. развиваться, прогрессировать (о болезни и т. п.); заходить далеко (о чём-л. плохом); η ασθένεια προχώρησε πολύ болезнь зашла далеко;

προχωρει ο πυρετός — температура повышается;

3) приступать;

προχωρώ στην εκτέλεση — приступать к выполнению;

4) преуспевать; делать успехи

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "προχωρώ" в других словарях:

  • προχωρώ — προχωρώ, προχώρησα, προχωρημένος βλ. πίν. 73 και πρβλ. προχωράω Σημειώσεις: προχωράω – προχωρώ : η κλίση κατά το θεωρώ εμφανίζεται κυρίως σε επίσημο ύφος λόγου. Η μτχ. προχωρημένος απαντάται ως επίθετο, με τις έννοιες αυτός που βρίσκεται προς το… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • προχωρώ — προχωρῶ, έω, ΝΜΑ 1. βαδίζω ή κινούμαι προς τα εμπρός (α. «προχωρείτε, παρακαλώ» β. «με φωνήν που καταπείθει προχωρώντας ομιλείς», Σολωμ. γ. «πρὸς ἐμὴν χεῑρα προχωρῶν», Σοφ.) 2. (για χρόνο) περνώ, κυλώ, φεύγω (α. «η νύχτα είχε προχωρήσει» β. «τοῡ… …   Dictionary of Greek

  • προχωρώ — προχώρησα, προχωρημένος 1. βαδίζω, πορεύομαι: Προχωρούσαμε δύσκολα μέσα στους βαλτότοπους. 2. μτφ., αυξαίνω, μεγαλώνω σε έκταση ή ένταση ή χρόνο: Άνθρωπος προχωρημένης ηλικίας. – Προχωρεί η πυρκαγιά. 3. προοδεύω, προκόβω: Προχωρεί στις σπουδές… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προχωρῶ — προχωρέω go pres subj act 1st sg (attic epic doric) προχωρέω go pres ind act 1st sg (attic epic doric) προχωρέω go pres subj act 1st sg (attic epic doric) προχωρέω go pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανεβολιάζω — προχωρώ στον ανήφορο, ανεβαίνω η πράξη: ανεβόλιασμα …   Dictionary of Greek

  • προελαύνω — ΝΜΑ [ἐλαύνω] (για στρατιωτικό τμήμα) προχωρώ γρήγορα προς τα εμπρός μσν. αρχ. προχωρώ έφιππος ή με άρμα γρήγορα προς τα εμπρός αρχ. 1. προχωρώ έφιππος μπροστά από κάποιον άλλο 2. παθ. προελαύνομαι (για χρόνο) προχωρώ, περνώ («ὡς δὲ πρόσω τῆς… …   Dictionary of Greek

  • ευθυπορώ — (ΑΜ εὐθυπορῶ, έω) [ευθύπορος] πορεύομαι σε ευθεία γραμμή, προχωρώ ίσια στον δρόμο («ἀπεῑργον εὐθυπορεῑν πρὸς τὴν σύμμαχον Κατάνην», Διόδ.) αρχ. μσν. 1. ζω ενάρετη ζωή αρχ. (για τη λειτουργία τής θρέψης) προχωρώ ομαλά, φυσιολογικά («εὐθυπορούσης… …   Dictionary of Greek

  • πάρειμι — (I) ΜΑ 1. παρέρχομαι, περνώ από κοντά («ὥσπερ οἱ δειλοὶ κύνες τοὺς μὲν παριόντας διώκοντες καὶ δάκνουσι», Ξεν.) 2. υπερτερώ, ξεπερνώ κάποιον (α. «ἐφάνη ἀνήρ... ὅς σε καὶ πάρεισι... πανουργίᾳ καὶ θράσει» φάνηκε ο άνδρας που θα σέ πάψει και θα σέ… …   Dictionary of Greek

  • παραβαίνω — ΝΜΑ, παρβαίνω Α αθετώ, παραβιάζω, αναιρώ (α. «παραβαίνω τον όρκο» β. «θεοῡ δε νόμον οὐ παραβαίνομεν», Ευρ.) αρχ. 1. (για πολεμιστές που μάχονταν από άρματα) πορεύομαι παραπλεύρως κάποιου, στέκομαι δίπλα του («παρεβεβήκεε δὲ οἱ ἡνίοχος τῷ οὔνομα… …   Dictionary of Greek

  • πηγαίνω — ΝΜ και πα(γ)αίνω και πά(γ)ω και πάου Ν 1. μεταβαίνω, προχωρώ και φθάνω κάπου (α. «πηγαίνει εκεί πού ναι ψηλό κυπαρίσσι», Σολωμ. β. «διὰ νὰ μὲ ἐπάρωσι νὰ πάγω πρὸς ἐκείνην», Διγ. Ακρ.) 2. απομακρύνομαι, φεύγω (α. «ώρα να πηγαίνουμε, παρακάτσαμε» β …   Dictionary of Greek

  • προχωράω — / προχωρώ, προχώρησα, προχωρημένος βλ. πίν. 58 και πρβλ. προχωρώ Σημειώσεις: προχωράω – προχωρώ : η κλίση κατά το θεωρώ εμφανίζεται κυρίως σε επίσημο ύφος λόγου. Η μτχ. προχωρημένος απαντάται ως επίθετο, με τις έννοιες αυτός που βρίσκεται προς το …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»